Χαμένο στο τίποτε και στο πουθενά ένα μικρό χωριό κάπου στα ψηλά της Βόρειας Ελλάδας, έγινε σπίτι και Πατρίδα των δικών μας, όταν έφθασαν στην Ελλάδα από τον Πόντο και η φθίση τους θέριζε στα βαλτοτόπια της Καλαμαριάς.

Μαθημένοι στην ελευθερία που δίδει η απομόνωση των ψηλών βουνών και αγρασμένοι από την ίδια την φύση βρήκαν στην Κορυφή κάτι από τα εκεί χωριά τους και δίοδο να ξεφύγουν από τις αρρώστιες των παραλίων.

Έχτισαν τα πρώτα προσφυγικά σπίτια, κόνεψαν ζώα κατά πως ήξεραν κι άρχισαν να δουλεύουν την στέρφα γη. Τα χρόνια πέρασαν με τον κόπο και τον ιδρώτα τους σημάδι πάνω τους . Φτώχεια της προσφυγιάς, Αλβανικό μέτωπο, Κατοχή, Εμφύλιος...Μια ζωή στον κατατρεγμό...Άγρια και πονεμένη γενιά άφησαν την σφραγίδα τους στον τόπο που επέλεξαν δεύτερη Πατρίδα και ο τόπος σφράγισε με τη σειρά του, το ριζικό τους.

Έχουν περάσει πια χρόνια πολλά από τότε που ακούστηκε λύρα φερμένη από τη Μαύρη θάλασσα να παίζει σε κάποιο από τα σπίτια του χωριού. Οι Πρώτοι έφυγαν...

Εμείς που μείναμε στη σειρά τους, στεκόμαστε μετέωροι στο Χθες του αίματος μας και στο σήμερα που βιώνουμε ως πραγματικότητα. Μάθαμε μέσα από την επαφή με το μικρό χωριό μας να σεβόμαστε εκείνο το κομμάτι μέσα μας που μοιάζει ξένο και μακρυνό όταν διάγουμε τους αστικούς καθημερινούς βίους μας, μα που ναι τόσο αληθινό τελικά όσο η ζεστή αγκαλιά της γιαγιά τα βράδυα που ο αέρας λυσσομανά πάνω στα ξύλινα παραθυρόφυλλα τρομάζοντας την παιδική μας ψυχή...

Λένα Σαββίδου

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο Κήπος του Προφήτη 1



AND on a morning as they walked in the Garden, there appeared before the gate a woman, and it was Karima, she whom Almustafa had loved even as a sister in his boyhood. And she stood without, asking nothing, nor knocking with her hand upon the gate, but only gazing with longing and sadness into the Garden. 


And Almustafa saw the desire upon her eyelids, and with swift steps he came to the wall and the gate and opened unto her, and she came in and was made welcome. 

And she spoke and said: “Wherefore have you withdrawn yourself from us altogether, that we may not live in the light of your countenance? For behold, these many years have we loved you and waited with longing for your safe return. And now the people cry for you and would have speech with you; and I am their messenger come to beseech you that you will show yourself to the people, and speak to them out of your wisdom, and comfort the broken of heart and instruct our foolishness.” 

And looking upon her, he said: “Call me not wise unless you call all men wise. A young fruit am I, still clinging to the branch, and it was only yesterday that I was but a blossom. 

“And call none among you foolish, for in truth we are neither wise nor foolish. We are green leaves upon the tree of life, and life itself is beyond wisdom, and surely beyond foolishness. 

“And have I indeed withdrawn myself from you? Know you not that there is no distance save that which the soul does not span in fancy? And when the soul shall span that distance, it becomes a rhythm in the soul. 

“The space that lies between you and your near neighbour unbefriended is indeed greater than that which lies between you and your beloved who dwells beyond seven lands and seven seas. 

“For in remembrance there are no distances; and only in oblivion is there a gulf that neither your voice nor your eye can abridge. 

“Between the shores of the oceans and the summit of the highest mountain there is a secret road which you must needs travel ere you become one with the sons of earth. 

“And between your knowledge and your understanding there is a secret path which you must needs discover ere you become one with man, and therefore one with yourself. 

“Between your right hand that gives and your left hand that receives there is a great space. Only by deeming them both giving and receiving can you bring them into spacelessness, for it is only in knowing that you have naught to give and naught to receive that you can overcome space. 

“Verily the vastest distance is that which lies between your sleep-vision and your wakefulness; and between that which is but a deed and that which is a desire. 

“And there is still another road which you must needs travel ere you become one with Life. But of that road I shall not speak now, seeing that you are weary already of travelling.”


The Garden Of The Prophet by Kahlil Gibran

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου